Αρχαία Καθήκοντα
Από χρόνων αρχαίων ουδείς Διδάσκαλος ή Εταίρος ηδύνατο να απέχη της Στοάς αυτού, ιδίως εάν ειδικώς εκαλείτο, χωρίς να υπόκειται εις αυστηράν επίκρισιν,
πλην εάν ο Σεβάσμιος Διδάσκαλος και οι Επόπται επείθοντο
ότι αληθής ανάγκη παρεμπόδισε τούτον.
---
Ο δείπνος της αγάπης θεωρείται συνέχεια των εργασιών και ως εκ τούτου
ο Σεβάσμιος Διδάσκαλος, εκφράζει την ευχή να παρακαθίσουν όλοι οι αδελφοί.
Εκδήλωση Τάγματος Δεκ 2008
Θέμα: Η κοσμογονία
Μουσική: Gustav Holst, «Οι πλανήτες»
[Σχόλια: Τα στάδια]
- ΕΙΣΟΔΟΣ αδ.
- Μουσική: Venus, the Βringer of Peace.
[Σχόλιο: Ακινησία και γαλήνη, ανεκδήλωτο Χάος, ειρήνη.]
- ΑΝΟΙΓΜΑ ΕΡΓ
- Μουσική: Uranus, the Magician.
[Σχόλιο: Συσπείρωση πριν την ανάδειξη.]
- ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ, ΥπΜΤ.
- Μουσική: Saturn, the Bringer of Old Age.
[Σχόλιο: Κόσμος. Δυναμική εξέλιξη μορφών. Τα αίτια και η φύση.]
- ΟΜΙΛΙΑ «Η Δημιουργία, στον αρχαίο κόσμο», ΜΚ-ΓΓρ.*
- Μουσική: Neptune, the Mystic.
[Σχόλιο: Εσωτερισμός, θρησκεία και επιστήμη, πνεύμα και ύλη, πεδία ανάπτυξης του ανθρώπου.]
- ΟΜΙΛΙΑ «Η Κοσμογονία, στον 21ο αιώνα. Μία άποψη»*, ΜΑΤΦ.
- Μουσική: Jupiter, the Bringer of Jollity.
[Σχόλιο: Επιστροφή στην αρχή και στην φύση, η αναζήτηση της χαράς αντίδοτο στο φόβο].
- ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΡΓ - Λειτουργική διαμόρφωση χώρου – ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ ΕΡΓ
- Μουσική: (συνεχίζει) Jupiter, the Bringer of Jollity.
- ΟΜΙΛΙΑ «Η τεκτ αναζήτηση της αλήθειας και ο κόσμος»*, ΥπΜΤ.
- παρένθετες προβολές:
- DVD: Το Σύμπαν.
- Διαφάνεια: Οι πρώτες στιγμές του Σύμπαντος
- Διαφάνειες: Κυματιδιακή μορφή της ύλης (σελίδα W.S.M.).
- ΕΥΗΜΕΡΙΑ Τ. και ΚΛΕΙΣΙΜΟ
- ΕΞΟΔΟΣ ΑΔ
- Μουσική: Mercury, The winged messenger.
[Σχόλιο: Μήνυμα αισιοδοξίας στα έργα, λόγους, ήθος του τεκτ; Εξαρτάται από όλους μας ! ]
Σημείωση: Οι σημειούμενες με αστερίσκο (*) ομιλίες παραθέτονται στη συνέχεια.
* Οι ομιλίες:
Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, στον αρχαίο κόσμο.
[Βασικές πηγές: Εγκυκλοπαίδειες: Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα και Ν. Λάσκαρις]
Στον Τεκτ του Σκ. Τύπου, από τα παραδοσιακά τυπικά του, τα απεικονίζοντα τις παραδοσιακές Τεκτ αρχές Συντάγματα (τόσον της ΜΣτ, όσον και του Υ.Σ., απόρροια των Συντ. του 1723 των Aderson και Desaguliers περί του συμβ. Τεκτ., των Συντ. του Bordeaux του 1762 περί του 25βάθμιου συστήματος και των Μεγ. Συντ. και Γεν. Καν. του 1786, του Μεγ. Φρειδερίκου της Πρωσίας, που οριστικοποίησαν την μορφή του Α.Α.Σ.Τ. των 33ο) και τα μανιφέστα (διακηρύξεις) των Διασκέψεων της Ενώσεως των Υ.Σ.. των ετών 1875 στη Λωζάννη και 1929 στο Παρίσι και κατόπιν του 1996 στο Παρίσι, του 1998 στη Γάνδη, του 2001 στην Αθήνα, τίθεται ως θεμελιώδης αρχή του τεκτ. έργου η μυητική πρόοδος, που εκλαμβάνεται ως μία προοδευτική πνευματική αναζήτηση στηριζόμενη στην μία Ανώτατη ή Δημιουργό Αρχή, της οποίας όμως το εννοιολογικό περιεχόμενο επαφίεται εις την ελευθερία που θεσμικά έχει ο τεκτ. για την άνευ ορίων (φραγμών και δογμάτων) αναζήτηση της Αληθείας.
Αυτή η έννοια του Δημιουργού στον Τεκτ. αποδίδεται με την εξόχως φιλοσοφική και μη θρησκευτική, αλλά και ταυτόχρονα λειτουργική διατύπωση, ως «Μ.Α.Τ.Σ.», πιθανόν κατ' αποδοχή της Πλατωνικής αντίληψης περί του θείου και της δημιουργίας, αφού αυτός πρώτος εισήγαγε την έννοια του κοσμοπλάστη θεού – Δημιουργού, Υπερτάτου Ενός (Πολιτεία), Ποιητή και Πατρός του παντός, Μεγάλου (κατά ειδοποιό διαφορά από κάθε άλλον) Αρχιτέκτονα (Τίμαιος, 28 επ.) που είναι αιώνιος και άριστος και ως εκ τούτου και το αποτέλεσμα της δράσης του θείου νοός, η Δημιουργία (ως ένα έμψυχο ον, ζώον) είναι αιώνιο και άριστο, αφού έγινε από τον αιώνιον Νου, με βάση τις αιώνιες ιδέες.
Αυτή η θέση του Τεκτ. μας φέρνει εμπρός στην λογική, συναισθηματική ή/και αισθητική (αντίστοιχα προς την πλατωνική τριπλή διαίρεση της ανθρώπινης ψυχής) προσέγγιση της «Δημιουργίας», ή, πλέον ποιητικά και ανθρωπόμορφα, της «Γένεσης», όπως εισήχθη κυρίως μέσω της Βίβλου (1ο βιβλίο της Π. Διαθήκης) στο Δυτικό Κόσμο (όπου κυριαρχούσε ο καθολικισμός), που δύσκολα – στο επίπεδο που ήταν τότε – θα κατανοούσε έννοια τόσο πολύπλοκη όσο η αρχαιοελληνική «Δημιουργία».
Η λέξη Δημιουργία ετυμολογείται (Ετυμολογικό λεξικό της Αρχαίας Ελλ. Γλώσσης, του Π. Γιαννακόπουλου) από το παρασύνθετο ρήμα «δημιουργέω/-ώ» και αυτό από το «δημιουργός», ρηματικό τύπο προερχόμενον εκ των «δήμιος-έργον», αποδιδόμενον ως «ο επιτελών δήμιον έργον». Το δεύτερο συνθετικό (-έργον) είναι αρκετά σαφές. Όμως, το πρώτο συνθετικό, η λέξη «δήμιος» χρήζει περαιτέρω ανάλυσης. Η λέξη αποδίδεται ως «μέρος χώρας» ή «λαός», προερχόμενη από τη ρίζα «δα-» που αποδίδεται ως «διανέμειν» ή «μερίζειν», «κομματιάζειν». Ώστε, εν κατακλείδι, αυτός που «δημιουργεί» είναι αυτός που εργάζεται επί των κομματιών στο πλαίσιο του όλου και «δημιουργία» είναι το έργον επί του προϊόντος του «μερίζειν» (μοιράσματος) το όλον, το καθολικόν όλον! Άρα, επί αυτής της συμπαντικής αμέριστης (κατ' αρχήν) ουσίας, αφού αυτή εξεδηλώθη ως μερισμένη. Έτσι, ο Τεκτ\ με την χρήση του όρου «Δημιουργία» εκφεύγει όλων των σχετικών ερίδων, λόγω των συναφών δογματικών θρησκευτικών και επιστημονικών - φιλοσοφικών ατέρμονων συζητήσεων και αξεπέραστων διλημμάτων (αυτών περί τα προ και μετά από αυτήν, περί την πρωταρχική και ανεκδήλωτη εκδηλωμένη ουσία, την πηγή και ποιότητά της, περί την αυθυπαρξίαν και την έννοια της αρχής ή της συνέχειας και επομένως της υπαγωγικής, ιεραρχικής σχέσης αιτίων και αποτελέσματος), καθώς και επιτρέπει την πλέον ευρεία και απεριόριστη αναζήτηση της αλήθειας, τιμώντας την θεσμική άνευ ορίων ελευθερία του καθένα να αναζητήσει και κατανοήσει.
Πάντως, συνδυάζοντας τις λέξεις «δημιουργός» και «Αρχή» (όπως έγινε στις διασκέψεις της Reunion των Υ.Σ. του 1996 και του 2001 με την διατύπωση «Δημιουργός Αρχή»), είναι φανερό ότι μία και μόνη εργασία επί της ουσίας του παντός μπορούμε να εννοούμε. Αυτήν την σύνθεση των (Πλατωνικών) «συμβάντων» και των «αντικειμένων», που είναι μέσα στα συμβάντα, ακριβώς όπως οι «έννοιες» είναι οι για τον αισθητό από τον ανθρώπινο νου εκδηλώσεις των «ιδεών» του υπεραισθητού, του θείου κόσμου του Πλάτωνα. Έτσι καταλήγουμε ότι λέγοντες «Δημιουργόν Αρχή», ιδίως όταν διαζευκτικά (κατά την διάσκεψη των Υ.Σ. των Αθηνών, 2001) και – γιατί όχι ; – επεξηγηματικά την συνδέουμε με την διατύπωση «Ανώτατη Αρχή», είναι πλέον σαφές ότι εννοούμε την ακατάληπτου είδους οντότητα ή δύναμη, την οποία για λειτουργικούς και συμβολικούς (άρα και επικοινωνιακούς) λόγους αποκαλούμε «Αρχή», που με τον «συλλογισμό» ή και «δράση» της μας έδωσε τον αντιληπτό από τις αισθήσεις και τον νου μας ποικιλόμορφο και σε πολλαπλά επίπεδα λειτουργούντα Κόσμο.
Βέβαια, ας μη διαφεύγει εδώ και η σημασιολογική θέση του αρκτικόλεξου «Δ» στο ελληνικό αλφάβητο, που κατά τους γλωσσολόγους Τσατσόμοιρο και Χαλά, αποδίδει το σχήμα των πλέον οικείων (και διακριτών λόγω μεγέθους και αξιολόγησης) φυσικών ειδών στα μάτια των προγόνων μας. Είναι το σχήμα των βουνών που μιμήθηκαν στις κατασκευές τους, για τούτο άλλωστε τα πρώτα (μεγάλα και μικρά) οικοδομήματα, σπίτια, ναοί και δημόσια κτίρια έχουν την πυραμιδωτή μορφή (αετώματα, πυραμίδες). Είναι και το σχήμα των δένδρων, τα οποία έδωσαν στους ανθρώπους πάμπολλα μέσα για την επιβίωσή τους και για τούτο το δένδρο τιμήθηκε και θεοποιήθηκε. Ας θυμηθούμε ότι η λέξη «ύλη» σήμαινε ξυλεία και πρώτος ο Αριστοτέλης (διαπιστώνοντας την τεράστια συμβολή της στον ανθρώπινο βίο) την χρησιμοποίησε επιστημονικά-φιλοσοφικά ως έννοια κοσμολογικού και οντολογικού περιεχομένου. Άλλωστε, η λέξη «δρυς» των αρχαίων μας απέδιδε περισσότερο το γένος «δένδρο», παρά το συγκεκριμένο είδος δένδρου. Οι φυσιολατρικές θρησκείες, οι πρώτες θρησκείες, σε αυτά τα δύο φυσικά στοιχεία (βουνό και δένδρο) εύλογα θα στηρίξουν το αντικείμενό τους και τότε το «Δ» θα γίνει το (ιερό) σύμβολό τους.
Έτσι, η «Δημιουργία» του αισθητού κόσμου δεν θα μπορούσε παρά να συστοιχηθεί με την (θρησκευτική) πίστη προς την φύση που οι άνθρωποι έβλεπαν, χρησιμοποιούσαν, ένοιωθαν, στοχάζονταν περί αυτής. Παράλληλα όμως, η φύση έγινε και η αφετηρία της φιλοσοφίας, δηλαδή του «θαυμάζειν» την εις το σύμπαν αρμονίαν (Πλάτων, Θεαίτητος), την οποίαν (αρμονίαν) ο άνθρωπος αποδίδει με λέξεις και – δι' αυτών – με έννοιες, ακριβώς με τη χρήση της «φιλοσοφίας». Για τούτο (πάλιν) ο Πλάτων λέγει ότι εις τον άνθρωπο αρμόζει η φιλοσοφία (που θεωρεί ως μεγίστη μουσική τέχνη, αφού ερευνά την παγκόσμια αρμονία εκκινώντας από τη συνείδηση ότι η ανθρώπινη γνώση είναι ανεπαρκής, εξ ού άλλωστε γεννάται ο «θαυμασμός»), ενώ στον θεό ανήκει η Σοφία, καθώς «πρώτα των αγαθών είναι η Σοφία και η Αλήθεια. Προς αυτές πρέπει να επιδιώκει να φθάσει ο άνθρωπος, σκοπός αυτού η τω θεώ ομοίωσις». Σημειώνω ότι αυτά όλα αποδίδονται ευθέως και στα τεκτ. Τυπ., ευθύς εξ αρχής της μυητ. πορείας του κάθε τεκτ., στη μύηση στον Αο.
Έτσι, ολίγον κατ' ολίγον, η «Δημιουργία» πέρασε από τον αμιγώς θρησκευτικό χώρο στον χώρο της επιστήμης, αρχίζοντας από την (επιστήμη των επιστημών, όπως πλειστάκις και πολλαχόθεν, χαρακτηρίσθηκε η) φιλοσοφία, για να φθάσει εις την σύγχρονη κοσμολογία.
Πριν όμως από αυτό, ας δούμε επί το συνοπτικότατο και συστημικό τις σχετικές με την Δημιουργία παραδόσεις των αρχαίων λαών, που είναι αυτές που καθόρισαν και τον πολιτισμό τους, καθόσον ο εκάστοτε «μύθος» της Δημιουργίας (ο κοσμογονικός μύθος) είναι η συμβολική απόδοση του καθέκαστης κοινότητας ιστορικού της αρχής του κόσμου, που αργότερα εμπλουτίζεται με ερμηνείες διά δοξασιών που είναι απόρροιες της ιστορίας και των αναγκών της κοινότητας. Αυτό το ιστορικό της δημιουργίας του Κόσμου ήταν (και είναι) ιδιαίτερα σημαντικό για την κοινότητα, αφής η κοσμογονία δίνει τις έννοιες του χρόνου και του τόπου, της φύσης και της σχέσης του περιβάλλοντος της γήινης ζωής με το κοσμικό σύμπαν, τις σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση, με τον άνθρωπο, με το υπεραισθητό. Εν ολίγοις, η κοσμογονία κάθε κοινότητας δίνει βάση και χαρακτηρίζει την θεογονία, την ανθρωπογονία και την κοινωνιολογία κάθε λαού, έχοντας διάταξη και δομή μύθου που πάντοτε λειτουργεί με σύμβολα (διαφοροποιούμενη έτσι η μυθολογία από την συγγενή της φιλοσοφία, που ζητά την αΐδια αλήθεια με τον αναλυτικό ή και τον επαγωγικό λόγο) στιγματίζοντας την κοινωνία κάθε λάου και κάθε εποχής.
Ο κοσμογονικός μύθος δίνει τις τελετουργικές πράξεις κάθε κοινωνίας (που μετεξελίσσονται σε πολιτισμικά δρώμενα, όπως το θέατρο, η λογοτεχνία, η αρχιτεκτονική, η μουσική κ.λπ.), αλλά και την εξέλιξη της γλώσσας του λαού αυτού, αφού αυτή είναι η γλώσσα του ίδιου του κοσμογονικού μύθου. Ταυτόχρονα, η - κατά τον εκάστοτε κοσμογονικό μύθο- αρχική κοσμική τάξη γίνεται το αρχέτυπο της διάρθρωσης και των ειδών της πνευματικής ζωής του λαού, που εκδηλώνονται με ποικίλες μορφές πολιτισμού.
Οι σύγχρονες θεωρήσεις των κοσμογονικών μύθων κατατάσσουν αυτούς με βάση την δομή τους (και όχι, όπως κατά τις παλαιότερες κατηγοριοποιήσεις, από το απλό προς το σύνθετο, καθώς τίποτε που αφορά στις απαρχές του Κόσμου και του ανθρώπου δεν μπορεί να κριθεί απλό, ή από το παλαιότερο προς το νεότερο, καθώς ποτέ δεν είναι βέβαιο ποιο προϋπάρχει του άλλου).
Έτσι, με βάση τη δομή τους, συνηθέστερα απαντώμενοι διακριτοί κοσμογονικοί μύθοι (που όμως αρκετά συχνά αλληλοεπηρεάζονται και πολύ συχνά στις κοινωνίες διαπλέκονται στην εξέλιξη του χρόνου) είναι:
(1) Δημιουργία από ένα υπέρτατο ον που είναι πάνσοφο και παντοδύναμο, μόνον προϋπάρχον και ανερμήνευτης προέλευσης, που δημιούργησε τον Κόσμο με τη βούλησή του, σκόπιμα και με ορισμένη τάξη, διαπνεόμενη από την ελευθερία του, που χαρακτηρίζει και τη σχέση με το δημιούργημά του, καθώς σε αρκετούς μύθους ο δημιουργός απομακρύνεται από τον κόσμο αφού τον δημιούργησε και ενίοτε μπορεί να επανέλθει με κάποιο τρόπο, προκειμένου π.χ. να τον διασώσει όταν απειλείται με κάποια καταστροφή. Ο δημιουργός αποδίδεται συνήθως ως «ουράνια» θεότητα (δηλαδή μακράν του γήινου κόσμου και άρα ανέγγιχτη από αυτόν και τα κακά του, εξ αυτού και η θρησκευτική αξία που έχει ο ουρανός). Σκοπός του Δημιουργού αυτού του τύπου είναι η δημιουργία ενός τέλειου κόσμου, όμως η τάξη διασαλεύεται από πταίσμα κάποιου δημιουργήματος και επέρχεται το μοτίβο της ρήξης στη Δημιουργία, που ενίοτε δικαιολογεί την απομάκρυνση της θεότητας. Θυμίζω τις παραδόσεις της Άπω Ανατολής, περί το ιπτάμενο ερπετό και τις τέσσερις (4) δυνάμεις, ως γνώμονες, που χρησιμοποίησε για την Δημιουργία, με απόρροια-σύμβολο, την «σβάστικα». Εδώ μνημονεύω και την ιουδαϊκή Γένεση.
(2) Δημιουργία διά αναδύσεως. Εδώ φαίνεται η δημιουργία να αναδύεται αυτοδύναμα μέσα από την Γη (ως μήτρα) σε εμβρυακές και ασταθείς μορφές, που κινούνται δίχως τάξη, αλλά σταδιακά εξελίσσονται ανελικτικά, στη βάση μίας ενυπάρχουσας, αλλά λανθάνουσας τάξης και τάσης των μορφών αυτών. Εδώ εντάσσονται και οι σπόροι των ιδεών του θανάτου και της γονιμότητας, όπως και των επικήδειων τελετών της ταφής στη Γη, περαιτέρω δε – κατά συνεκδοχή – και της αναγεννήσεως. Εδώ θυμίζω την ελληνική Μεγάλη ή Γαία Μητέρα, που ξεκινάει από την προμινωική Κρήτη και εξελίσσεται στη θεά των κοσμικών θεσμών και της φυσικής ζωής (εξ ού και τα μυστήρια), την Δη-μητέρα (Δήμητρα).
(3) Δημιουργία από κοσμογεννήτορες. Εδώ, ο Κόσμος δημιουργείται ως γόνος μίας αρχικής μητέρας και ενός αρχικού πατέρα, ή ενός ερμαφρόδιτου γεννήτορα, που συνήθως αυτοδημιουργούνται μέσα από το προϋπάρχον χάος. Έτσι, υπάρχει μία μορφή πραγματικότητας πριν τους κοσμογεννήτορες. Συνήθη σύμβολα εδώ είναι η Γη για την μητέρα και ο Ουρανός για τον πατέρα. Συνήθως οι γεννήτορες ενώνονται σε ολότητα, διαπνεόμενοι από αταραξία και απάθεια προς τους απογόνους, που χαρακτηρίζονται από ενεργητικότητα και ιδιαιτερότητα, σύμβολα συγκεκριμένης μεν, διαφορετικής δε πραγματικότητας και αυτό τους χωρίζει, ώσπου γίνεται η αιτία της ρήξης στη Δημιουργία, με αποτέλεσμα την νέα κοσμική τάξη. Θυμίζω την ταραχώδη διαδοχή των Ουρανού-Γαίας από τους Κρόνο-Ρέα και αυτών από τον Δία (που ενσωμάτωσε όλες τις μορφές της Δημιουργίας διά της προσροφήσεως της Μήτιδος) και τις διονυσιακές αντιλήψεις περί του Διονύσου Ζαγρέα, που γεννήθηκε (κερασφόρος ως ο ταύρος, ανέκαθεν σύμβολον φυσικής ζωής και γονιμότητος) από τον Δία και την «μητέρα» του Ρέα, σύνδεσμο διαδοχής αλλά και αίτίο αναταραχής του Κόσμου.
(4) Δημιουργία από το Κοσμικό Αυγό. Εδώ, το περιδινούμενο Χάος συμπτύσσεται σε ένα ωοειδές μόρφωμα, από όπου εκπηγάζουν όλες οι μορφές, όντα και δυνάμεις. Εξάλλου η εκκόλαψη δεν είναι παρά το σπάσιμο ενός αυγού, όπερ συμβολίζει και το κέλυφος που προσδιορίζεται από την ζωή του ατόμου και των όντων, η υπέρβασή του δε, συνιστά την πραγμάτωση ενός νέου τρόπου ζωής, δηλαδή την αναγέννηση. Το αυγό είναι η ολότητα που περικλείει τα σπέρματα της δημιουργίας, του τέλειου όντος, του ερμαφρόδιτου όντος, που όμως ανικανοποίητο από το ίδιο (θυμίζω τον μύθο του Πλατωνικού Συμποσίου) οδηγείται σε ρήξη και κοσμικές ανατροπές. Ενίοτε στο αυγό ενυπάρχουν δύο δίδυμα στοιχεία, εκκολαπτόμενα είτε ταυτόχρονα-δυαρχικά και συχνά ως εκ τούτου ανταγωνιστικά, με συνέπεια την ανατροπή, ή «διαδοχικά» - «δυαδικά», υποκαταστατικά, με συνέπεια την μετεξέλιξη του κόσμου. Εδώ, θυμίζω την δυαδικότητα μεταξύ Όσιρι και Σεθ στο Αιγυπτιακό Πάνθεον, Αχούρα Μάζντα και Αριμάν στον Ζωροαστρισμό και έτσι εξηγείται το κακό στον κόσμο.
Θυμίζω και τις ορφικές αντιλήψεις περί Κοσμικού Αυγού, από το οποίο εκπήδησεν ο Φάνης Διόνυσος (προηγούμενος του Διονύσου Ζαγρέα) και τις απαρχές των πυθαγορείων αντιλήψεων περί την γένεσιν από τους «αριθμούς», αποδόσεις των αρμονικών σχέσεων των (προαναφερθέντων) κοσμικών «συμβάντων» και των εν αυτοίς «αντικειμένων» (που υιοθέτησε ο Πλάτων, επηρεασμένος στα κοσμολογικά του σημαντικά από τις φιλοσοφικές θεωρήσεις των Πυθαγορείων). Ας μη διαφεύγει ότι οι λέξεις Διόνυσος και Δίας, περιέχουν την ίδια ρίζα (-δι) με το σύνθετο περί-δί-νηση ή την δί-νη. Ακόμη, ας μη ξεχνάμε ότι η περιδίνηση συνιστά κίνηση και η κίνηση διέπεται από νόμους. Αυτοί είναι οι δυναμικές σχέσεις, των στοιχείων (συμβάντων και εν αυτοίς αντικειμένων) – συμβόλων στον σταθερό πλέον αισθητό κόσμο, που συνιστούν το περιεχόμενο και εν ταυτώ την εκδήλωση της πυθαγόρειας αρμονίας.
(5) Δημιουργία από «ανελκυστές της γής». Στον τύπο αυτό συναντώνται δύο στοιχεία. Τα κοσμογονικά ύδατα, αδιαμόρφωτα (και πριν την γη) και το όν που βουτάει μέσα σε αυτά για να ανελκύσει το γήινο στοιχείο. Εδώ το όν που βουτάει μπορεί να είναι ο δημιουργός άμεσα, μπορεί να είναι όμως και ένας εντολοδόχος του, ως ο εωσφόρος (που φέρνει το φως στη γη, αφού την βοηθάει να αναδυθεί από τα νερά) που όμως θέλοντας να καρπωθεί την Δημιουργία επιχειρεί να ξεγελάσει τον θεό, που μέσα στην αιώνια ακινησία και απάθειά του ίσταται μακριά από αυτήν, συμβολικά «κοιμάται μετά την κόπωση της δημιουργίας». Έτσι, ο βοηθός στη Δημιουργία εωσφόρος εκπίπτει σε «διάβολο», δηλαδή σε αυτόν που λάθρα «διέβαλε» τα πράγματα και διέβαλε την θεία θέληση. Έτσι, εξηγείται στον τύπο αυτόν η εμφάνιση του κακού στον κόσμο.
(6) Δημιουργία από την «θυσία», συνήθως τον «διαμελισμό», του πρωταρχικού όντος. Εδώ, το πρωταρχικό ον δημιουργεί τον κόσμο διαμελίζοντας τον εαυτό του ή ένα δημιούργημά του κάνοντας έτσι π.χ. τον ουρανό και τη γη. Κατόπιν, διά αλληλοεπηρεασμού τους, δημιουργούνται τα φαινόμενα και τα πλάσματα του Κόσμου. Αυτά μας θυμίζουν και τον μύθο της δημιουργίας των ανθρώπων από τον διαμελισμό του Διονύσου Ζαγρέα από τους Τιτάνες (Τιτάν, από την Τη(τ®)θ-ίς: σύζυγο του Ωκεανού, κόρη της Γαίας, δηλ. προσωποποίηση-σύμβολο της γής-ξηράς, χώματος), που κατακάηκαν για τούτο από τον Δία και από τις στάχτες τους πλάσθηκε ο άνθρωπος με τιτανικά – δηλαδή γήινα – υλικά, πάθη και διονυσιακό – δηλαδή, θείο – πνεύμα.
Τέτοιες μυθολογικές και λίγο-πολύ θρησκευτικές κοσμογονικές αντιλήψεις, ήλθαν αργότερα οι θετικοί ή φυσικοί έλληνες φιλόσοφοι να ανατρέψουν με πληθώρα θεωρήσεων περί της απαρχής του Κόσμου (της Φύσης). Οι Ίωνες φιλόσοφοι, συνακολουθούμενοι από τους Σωκρατικούς-Πλατωνικούς και κατοπινούς φιλοσόφους, επικαλούνται διαφορετικού ποιού, είδους αρχικές ύλες και αίτια για να ερευνήσουν τον Κόσμο:
Η αριθμητική μονάς και οι αριθμοί, ως σύμβολα της ουσίας των όντων του Πυθαγόρα, τα τέσσερα (4) στοιχεία («ριζώματα») του Εμπεδοκλή που ενεργούν υπό την δυναμική δημιουργικότητα του νείκους και της φιλότητας, το «νερό» του Θαλή, η πρώτη αρχή (το άπειρον με την εν εαυτώ αΐδιον κίνησιν) του Αναξίμανδρου, ο αδιατάρακτος αέρας του Αναξιμένη που με την διαφοροποιούμενη πυκνότητά του παράγει τα υγρά, στερεά, αέρια και πύρινα στοιχεία, το αιώνιο πυρ ως πνεύμα του άναρχου και πάνσοφου θεού του Ηράκλειτου, ο ακίνητος, αιώνιος, απαθής νους ή το ακίνητο άπειρον του Ξενοφάνη και του Ζήνωνα των Ελεατών, το κινούν αίτιον του Αριστοτέλη, τα υπό του αυθύπαρκτου και «παγκόσμιου» νοός κατευθυνόμενα άτομα («χρήματα») του Αναξαγόρα, ως και των Λεύκιππου και Δημόκριτου, το αγέννητον, αδιάσπαστον, αμετάβλητον ον (ανυπάρκτου του μη όντος) του Παρμενίδη, συνιστούν μεταμυθολογικές ή λογικές προσεγγίσεις του ερωτήματος της Δημιουργίας, δίχως όμως να αποκλείονται και οι σκεπτικιστές που τονίζουν το ακατάληπτο της Δημιουργίας από πολύ παλιά (παράδοση της ινδικής Ριγκεβέδα, που λέει ότι ο μόνος που ξέρει ή ίσως και δεν το ξέρει είναι μόνον η πρώτη πηγή του κόσμου), αυτά άλλωστε δηλώνει και ο νεοπλατωνικός Πρόκλος, μιλώντας για το ασύλληπτο για τον άνθρωπον «το αυτό εν». Τα ίδια και ο Βούδας που αρνούμενος απαντήσεις σε τέτοια κοσμογονικά ερωτήματα οδήγησε στο φιλοσοφικό ύφος της βουδιστικής σιωπής. Το ίδιο και ο κινέζος διανοητής του 4ου π.χ. αιώνα Κονό Χσιάνγκ, που είπε «Αν δεν υπάρχει ο Δημιουργός, πώς μπορεί να δημιουργήσει πράγματα; Αν υπάρχει, τότε είναι ένας από αυτά τα πράγματα και είναι ανίκανος να δημιουργήσει την μάζα των υλικών μορφών. Το κάθε τι αυτοδημιουργείται και δεν εξαρτάται από άλλο, ή αυτή είναι η φυσική πορεία του σύμπαντος…». Τέτοιο σκεπτικισμό πάντως φαίνεται να εξέφρασε σπερματικά και ο προσωκρατικός Παρμενίδης, στο μοναδικό, διμερές, έργο-ποίημά του, αλλά και ο Ιμμάνουελ Κάντ στη «κριτική του καθαρού Λόγου».
Εν τέλει, αυτή είναι και η αποκαλυπτική αντίληψη, που συνήθως πρεσβεύουν και οι θεολόγοι (κάθε θρησκείας), λέγοντες ότι η θεόθεν αποκάλυψη είναι η μόνη οδός απάντησης στα ερωτήματα αυτά.
Τα προλεχθέντα ας είναι μικρότατη συμβολή στην τεκτονική αναζήτηση της αλήθειας, για χάρη της αυτοσυνειδητότητάς μας ως πλασμάτων ενός αισθητού κόσμου, όπου (καθώς η τεκτ.μ. Αο μας μαθαίνει) οι οφθαλμοί μας δεν θα δουν ποτέ πλήρως την Αλήθεια, το αιώνιο και μόνον δημιουργούν Φως. Μόνον τις ακτίνες του – ως φυσικά φαινόμενα, εκδηλώσεις – μπορούμε να αντιληφθούμε μελετώντες αυτά τα φαινόμενα, παρατηρούντες τη Φύση (δηλαδή την ίδια την Δημιουργία, την Κτίση) και καταβαίνοντες στα βάθη της συνείδησής μας, δηλαδή ενσκύπτοντες εις εαυτόν, αφής όπως κατά κόρον έχει τονισθεί από διανοητές του παρελθόντος, αλλά και εμπνευσμένους θεολόγους, το θείον ενυπάρχει εις ένα έκαστον εξ ημών. Αυτό άλλωστε δεν διακήρυξε (ίσως πρώτος) ο θείος Πλάτων (όπως και ο Επίκτητος), αλλά και ο Μέγας Μύστης (τουλάχιστον) Ιησούς Χριστός;
MK- ΓΓ ΥΣ
Η ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑ, στον 21ο αιώνα. Μία άποψη.
Σύμφωνα με την περί βαρύτητας θεωρία, δηλαδή τη γενική σχετικότητα του Einstein (1905), η ιστορία του Σύμπαντος αρχίζει πριν 13,7 εκατομμύρια χρόνια από ένα σημείο άπειρης πυκνότητας και θερμοκρασίας, το οποίο με την έκρηξή του (Big Bang) έδωσε γένεση στην ύλη, το χώρο και το χρόνο. Έκτοτε το Σύμπαν διαστέλλεται, οι γαλαξίες δηλαδή απομακρύνονται μεταξύ τους. Ωστόσο, οι άπειρες τιμές πυκνότητας και θερμοκρασίας του πρωταρχικού πυρήνα δεν είναι δυνατόν να εξηγηθούν από αυτή τη θεωρία, γεγονός που σημαίνει ότι είναι ελλιπής. Η διαδεδομένη αντίληψη περί γένεσης του Κόσμου είναι λοιπόν εσφαλμένη;
Τον Απρίλιο του 2008, μετά από δεκαετή έρευνα, δημοσιεύτηκε από τον Martin Bojowald ένα νέο μοντέλο για τον χωροχρόνο, το οποίο εξηγεί τη σύσταση του Σύμπαντος. Πρόκειται για τη Loop Quantum Gravity, τη θεωρία των «βρόχων κβαντισμένης βαρύτητας», σύμφωνα με την οποία ο χώρος δεν είναι μέγεθος συνεχές, αλλά κβαντισμένο. Το διάστημα δηλαδή, από τις μακροδομές ως τις μικροδομές, αποτελείται από στοιχειώδεις μονάδες χωροχρόνου, κάτι σαν τα άτομα της ύλης δηλαδή, τα επονομαζόμενα «χωροχρονικά άτομα». Το μέγεθος του νέου αυτού είδους ατόμων είναι ίσο με τη σταθερά του Planck: 10-33 του χιλιοστού. Η νέα θεωρία συνδυάζει έτσι τη γενική σχετικότητα με την θεωρία των κβάντα. Σε αντίθεση με το παράδοξο της γενικής σχετικότητας, όπου άπειρη υλενέργεια μπορεί να συγκεντρωθεί σε ένα απειροελάχιστο σημείο, οι στοιχειώδεις αυτές μονάδες όγκου, τα «χωροχρονικά άτομα», είναι σε θέση να «χωρέσουν» πεπερασμένη μόνο υλενέργεια. Το στοιχείο αυτό αποκλείει το παράδοξο της γενικής σχετικότητας και οδηγεί στην ύπαρξη χρόνου πριν από την Μεγάλη Έκρηξη, ή με άλλα λόγια στην παραδοχή της ύπαρξης ενός άλλου σύμπαντος πριν από το Big Bang. Το «προ-Σύμπαν» αυτό πρέπει να υπέστη μια καταστροφική σύνθλιψη: εξ αιτίας της βαρύτητας, συμπυκνώθηκε τόσο ώστε έφτασε την κρίσιμη μέγιστη, αλλά όχι άπειρη, πυκνότητα. Οι κεντρομόλες βαρυτικές δυνάμεις αναστράφηκαν, μετατράπηκαν σε φυγόκεντρες, και το υπέρπυκνο «πλάσμα» εξερράγη, δίνοντας γένεση στο Σύμπαν που σήμερα αναγνωρίζουμε.
Η θεωρία των βαρυτικών βρόχων έχει τη δυνατότητα να συλλάβει και να εκφράσει τη μεταβλητότητα του χωροχρόνου της γενικής σχετικότητας, χρησιμοποιώντας έννοιες της φυσικής των μικροσωματιδίων, που μας είναι σχετικά οικείες, και προσαρμόζοντάς τες στα «χωροχρονικά άτομα». Η κβαντική θεωρία του ηλεκτρομαγνητισμού περιγράφει ένα κενό χωρίς σωματίδια, όπου κάθε εισροή ενέργειας σε αυτό το κενό παράγει ένα νέο σωματίδιο. Στη νέα κβαντική βαρυτική θεωρία, ως κενό νοείται η απουσία χωροχρόνου. Η θεωρία των βαρυτικών βρόχων, λοιπόν, περιγράφει πώς η εισροή ενέργειας στο εν λόγω χωροχρονικό κενό δημιουργεί ένα ή περισσότερα «άτομα χωροχρόνου». Όπως και στην ύλη, έτσι και στον χωροχρόνο τα χωροχρονικά άτομα σχηματίζουν ένα δίκτυο, κάτι σαν τρισδιάστατο πλέγμα, του οποίου τα στοιχεία-άτομα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση. Στο δίκτυο αυτό, οι αποστάσεις των κόμβων είναι τόσο μικρές (10-33 του χιλιοστού), που στις συνήθεις συνθήκες ο χώρος και ο χρόνος γίνονται αντιληπτοί σαν συνεχείς μεταβλητές. Όταν όμως ο συμπαντικός χωροχρόνος «γεμίζει» με ενέργεια, όπως έγινε στην περίπτωση του Big Bang, η λεπτή δομή του χωροχρόνου μετατρέπεται σε ρυθμιστικό παράγοντα και τότε οι προβλέψεις της θεωρίας των βαρυτικών βρόχων διαφέρουν από αυτές της γενικής σχετικότητας.
Η βαρύτητα είναι τυπικά μία ελκτική δύναμη. Κάτω από ορισμένες συνθήκες, μία σφαίρα μεγάλης μάζας στο διάστημα τείνει να συνθλιβεί προς το κέντρο της εξ αιτίας της βαρύτητας που η μάζα της επάγει. Στην περίπτωση των μελανών οπών, για παράδειγμα, η βαρύτητα κατανικά όλες τις άλλες δυνάμεις και συμπιέζει τη σφαίρα σε ένα σημείο.
Σύμφωνα με τη γενική σχετικότητα, ο χώρος είναι συνεχής, μη κβαντισμένος, και σαν τέτοιος έχει τη δυνατότητα συγκέντρωσης άπειρης ενέργειας. Σύμφωνα όμως με τη θεωρία των βαρυτικών βρόχων, η ατομική δομή του χωροχρόνου σε συνθήκες υψηλής ενεργειακής πίεσης μεταβάλλει τη φύση της βαρύτητας, και από κεντρομόλο δύναμη τη μετατρέπει σε φυγόκεντρο. Ας φανταστούμε το τρισδιάστατο πλέγμα που συνιστά το χώρο σαν ένα σπόγγο που απορροφά το νερό. Η απορρόφηση φτάνει μέχρι το σημείο κορεσμού του διατιθέμενου πορώδους όγκου, οπότε το νερό δεν απορροφάται πλέον από το σύστημα και αποβάλλεται. Στην περίπτωση των βαρυτικών βρόχων που συνιστούν τον χώρο (σπόγγο), η υπερβολική συσσώρευση ενέργειας (νερού) προκαλεί την αντιστροφή της φοράς της βαρύτητας, η οποία προκαλεί άπωση αντί για έλξη (ενεργητική αποβολή του νερού). Έτσι, λόγω της ισορροπίας δυνάμεων, δεν είναι πλέον εφικτή η κατάσταση άπειρης πυκνότητας και επομένως ούτε του υπέρπυκνου σημείου στο οποίο το «παν» έχει συμπυκνωθεί.
Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, η ύλη στις αρχές του Σύμπαντος είχε εξαιρετικά υψηλή πυκνότητα, όχι όμως άπειρη. Ήταν μάλιστα ίση με τη μάζα ενός τρισεκατομμυρίου Ήλιων του δικού μας πλανητικού συστήματος ανά μονάδα όγκου ίση με ένα πρωτόνιο. Κάτω από αυτές τις τόσο ακραίες και οριακές συνθήκες, η βαρύτητα μετατράπηκε σε απωστική δύναμη, της οποίας η δράση προκάλεσε τη διάταση του χωροχρόνου. Τότε, το σύστημα άρχισε απότομα να διαστέλλεται και, επομένως, η πυκνότητα να μειώνεται, οπότε και η βαρύτητα έγινε πάλι η γνωστή μας ελκτική δύναμη. Η διαστολή του Σύμπαντος μέχρι σήμερα οφείλεται στην αρχή της διατήρησης της ορμής, την αδράνεια, η οποία συνεχίζει να είναι ισχυρότερη από την κεντρομόλο βαρύτητα. Μόλις η επιτάχυνση σταματήσει, η πλεονάζουσα ενέργεια θα μετατραπεί σε ύλη. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται επαναθέρμανση του Σύμπαντος και είναι το φυσικό επακόλουθο της «ατομικής» φύσης του χωροχρόνου. Η επιτάχυνση δηλαδή συμβαίνει αυτόματα ενόσω το Σύμπαν είναι μικρό και η «πορώδης» σύστασή του παίζει ακόμη ρόλο.
Μέχρι την εμφάνιση της θεωρίας των βαρυτικών βρόχων, η αρχή του χρόνου ήταν συνυφασμένη με το αρχικό σημείο, το Big Bang. Τώρα, χωρίς την καθοριστική ύπαρξή του, η ιστορία του Σύμπαντος μπορεί να εκταθεί πέραν αυτού που οι κοσμολόγοι θεωρούσαν δυνατό.
Ένα πιθανό σενάριο είναι αυτό σύμφωνα με το οποίο η αρχική κατάσταση υψηλής πυκνότητας προέκυψε όταν ένα προϋπάρχον σύμπαν συνεθλίβη από την ελκτική δύναμη της βαρύτητας. Οι τιμές της πυκνότητας έγιναν τόσο υψηλές ώστε η βαρύτητα μετατράπηκε σε δύναμη άπωσης και το σύμπαν άρχισε και πάλι να διαστέλλεται. Οι κοσμολόγοι ονομάζουν τη διαδικασία αυτή Big Bounce (απόδοση: Μεγάλη Αναπήδηση). Μια σειρά απλουστευτικών προσομοιώσεων αυτού του μοντέλου, που ολοκληρώθηκε μόλις το 2006, έδειξαν σαφώς ότι ένα ηλεκτρομαγνητικό κύμα δεν είναι δυνατόν να ακολουθήσει την κλασική πορεία του και να «διασχίσει» την άβυσσο του υπέρπυκνου σημείου-πλάσματος, αλλά θα πρέπει να σταματήσει εκεί, και μόλις ισχύσει η άπωση της κβαντισμένης βαρύτητας, να ακολουθήσει την αντίστροφη πορεία. Το «προ-σύμπαν» του μοντέλου αυτού θα έμοιαζε σε μεγάλο βαθμό με το δικό μας και τους νόμους του. Δυστυχώς όμως, περαιτέρω έρευνες διέλυσαν όλες τις ελπίδες μιας τέτοιας ομοιότητας. Το Big Bounce δεν ήταν απλά μια βραχεία απώθηση από μια ισχυρή δύναμη. Πρέπει μάλιστα να αντιπροσωπεύει την ανάδυση του Σύμπαντός μας μέσα από μια απροσμέτρητη κατάσταση κβαντικής αναταραχής. Ακόμη και αν το προ-σύμπαν έμοιαζε με το δικό μας, διήνυσε μια εκτεταμένη περίοδο κατά την οποία η διακύμανση της πυκνότητας της ύλης και της ενέργειας ήταν τόσο μεγάλη και τόσο τυχαία, ώστε σάρωσε τα πάντα. Οι διακυμάνσεις πριν το Big Bang πρέπει να ήταν πολύ διαφορετικές από τις διακυμάνσεις μετά από αυτό. Όλες οι σχετικές λεπτομέρειες, όμως, δεν έχουν επιζήσει. Το Σύμπαν αποτελεί έτσι μια τραγική περίπτωση λήθης της προϊστορίας του.
Εκεί που η γενική σχετικότητα αποτυγχάνει στην ερμηνεία της ιδιομορφίας του αρχικού σημείου-πλάσματος, η θεωρία των βαρυτικών βρόχων διαθέτει τη δυνατότητα ερμηνείας των ακραίων αυτών συνθηκών. Το Big Bang δεν αντιμετωπίζεται πλέον σαν μια φυσική αρχή, αλλά σαν ένα πρακτικό όριο στη γνώση. Οτιδήποτε έχει επιζήσει μετά από αυτό δεν μπορεί να προμηθεύσει την πλήρη εικόνα του τι υπήρξε πριν.
Παρ' όλα ταύτα, όλα τα ανωτέρω δεδομένα συνιστούν συγχρόνως και ευλογία για τον ανθρώπινο νου. Σύμφωνα με το δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής, τόσο στα φυσικά συστήματα όσο και στη καθημερινή ζωή, η αταξία τείνει μόνο να αυξάνεται. Αν η πορεία προς την αταξία είχε άπειρη διάρκεια, τότε το σύμπαν θα ήταν σήμερα τόσο ανοργάνωτο που οι γνωστές δομές στους γαλαξίες και στη Γη θα ήταν απολύτως αδύνατες. Αυτό σημαίνει ότι γυρνώντας προς τα πίσω από τον σημερινό βαθμό οργάνωσης του σύμπαντος, θα φτάναμε σε ένα σημείο αρχικής απόλυτης τάξης, η οποία όμως θα πρέπει να ήταν ανεξάρτητη από οποιαδήποτε αταξία θα είχε προηγηθεί. Σύμφωνα και πάλι με το δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής, αυτή η απόλυτη τάξη, δηλαδή η μηδενική εντροπία, δεν υφίσταται στη φύση, και έτσι κάθε σύστημα διατηρεί ένα είδος ανάμνησης των παρελθουσών καταστάσεών του, οι οποίες είναι δυνατόν να γίνουν «ορατές» από τη διαμόρφωση των ατόμων του. Η θεωρία της κβαντισμένης βαρύτητας προβλέπει τη μεταβολή των «χωροχρονικών ατόμων», πράγμα που επιτρέπει μεγαλύτερη ελευθερία αυτορύθμισης μιας αρχικής «τακτοποιημένης» κατάστασης του Σύμπαντος απ' ότι η κλασική φυσική, καθώς και τη συνακόλουθη δυνατότητα της θεωρίας να εξετάσει σε βάθος την κβαντισμένη βαρύτητα κατά την περίοδο της Μεγάλης Αναπήδησης. Τα βαρυτικά κύματα και τα νετρίνο συνιστούν «ισχυρά εργαλεία» για την έρευνα, δεδομένου ότι αντιδρούν ελάχιστα με την ύλη και κατά συνέπεια έχουν διεισδύσει από το προ-σύμπαν στο πρωταρχικό πλάσμα και εν συνεχεία στο Σύμπαν (που προέρχεται από το πρωταρχικό πλάσμα) με σχεδόν μηδενικές απώλειες.
Μία από τις ενδιαφέρουσες εικασίες στις οποίες οδηγούν οι διαφορικές εξισώσεις της θεωρίας κάνει λόγο για την προΰπαρξη ενός σύμπαντος αντισυμμετρικού ως προς το δικό μας. Ας φανταστούμε ένα πλαστικό μπαλόνι με το στόμιο προς τα κάτω, που ταξιδεύει στο χρόνο και που σταδιακά ξεφουσκώνει. Κάποια στιγμή φτάνει στον ελάχιστο όγκο του. Τότε όμως, το πλαστικό, διατηρώντας την ενέργεια και την ορμή του, γυρνάει τα μέσα έξω και αρχίζει πάλι να φουσκώνει. Ότι ήταν αρχικά το εσωτερικό μέρος του πλαστικού γίνεται τώρα εξωτερικό, ενώ το στόμιο βλέπει προς τα πάνω. Κατ' αναλογία, όταν τα «χωροχρονικά άτομα» διασταυρώνονται στο Big Bounce, το σύμπαν γυρνάει τα μέσα έξω. Η αναστροφή αυτή παρουσιάζει ένα επιπλέον ενδιαφέρον, διότι τα στοιχειώδη σωματίδια δεν είναι απόλυτα αντισυμμετρικά. Μερικές διαδικασίες μεταβάλλονται όταν αλλάζει η φορά. Η συγκεκριμένη ασυμμετρία λοιπόν, πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν προκειμένου να γίνει κατανοητό το τι συνέβη στην ύλη κατά το Big Bounce.
Η πολλά υποσχόμενη θεωρία, αν και βρίσκεται στα αρχικά της στάδια, προσφέρει πλήθος αφορμών για στοχασμό. Η αντίληψη που μέχρι στιγμής είχαμε για τον κόσμο μας και την προέλευσή του εμπλουτίζεται με νέα δεδομένα, που ναι μεν δεν ανατρέπουν πλήρως τα προηγούμενα, αλλά μεταθέτουν προς τα πίσω την Αρχή του παντός. Συγχρόνως, μεταβάλουν σε κάποιο βαθμό τη φύση της Αρχής, σε επιστημονικό και συνεπώς σε φιλοσοφικό επίπεδο.
Η διαδικασία της γένεσης ή της δημιουργίας νοείται μόνο όταν είναι βασισμένη σε κάτι προϋπάρχον. Στις εσωτερικές παραδόσεις των πολιτισμών και των θρησκειών, όπως και στη σύγχρονη επιστήμη, το κάτι προϋπάρχον, όσο είναι δυνατό να οριστεί ή να παρασταθεί νοητικά με τα ανθρώπινα μέσα, συνιστά ένα είδος υπέρπυκνου σημείου με διπλό όνομα και συμπληρωματικές ιδιότητες. Το διπολικό αυτό σημείο ή, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε χρονικούς όρους, η στιγμή, ονομάστηκε θάνατος – γένεση. Επίσης και στον Τεκτ. Η συνολική πορεία του τεκτ. λογισμού μπορεί τώρα να παρασταθεί γραφικά με μια εκθετική καμπύλη τύπου Gauss, μάλλον, παρά με μια ευθεία γραμμή, διότι εκφρασμένη με όρους αυξανόμενης πίεσης, φτάνει στο κρίσιμο και οριακό χωροχρονικό σημείο του θανάτου και, όπως είναι επόμενο, θα ακολουθήσει είτε προοδευτική αποσυμπίεση είτε εκτόνωση. Πρόκειται τότε για τη γένεση κάτι νέου, που θα ακολουθήσει τη δική του νέα πορεία στο χρόνο. Η όλη παράσταση μοιάζει πολύ με το Big Bounce, με την πορεία του προ-κόσμου προς το σημείο-πλάσμα άπειρης πυκνότητας (θάνατος), το οποίο κάτω από την επίδραση της βαρύτητας εξερράγη (γένεση) και δημιούργησε το νέο, αυτό που ονομάσαμε Σύμπαν (έργο).
Για τη δημιουργία προαπαιτείται κάτι. Παρ' όλα ταύτα, ο ανθρώπινος νους δεν έχει κατορθώσει να διεισδύσει στα μυστήρια της αρχής της ιστορίας του κόσμου. Έχει όμως αρχίσει να πλησιάζει, ή έτσι φαίνεται. Όπως και να ονομάσουμε αυτό το προαπαιτούμενο κάτι, είτε Μ.Α.Τ.Σ. είτε Φως είτε οπωσδήποτε αλλιώς, σίγουρα βρισκόμαστε σε αδυναμία να το γνωρίσουμε πλήρως. Αλλά γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι υπάρχει και ότι βρίσκεται στη βάση της Γένεσης και του Έργου εν γένει.
ΜΑΦ ΥΣ
Η ΤΕΚΤ. ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ και ο κόσμος.
Η κατ' έτος πανηγυρική Συνεδρία του Τάγματος που οργανώνει το Υπ. Συμβ. στην οποία συμμετέχουν όλοι οι αδελφοί τέκτονες του Α&ΑΣΤ ασχέτως βαθμού έχει σαν κύριο σκοπό να υποδηλώσει την ενότητα του Τάγματος και την απόλυτη αρμονία των δύο Τεκτονικών Σωμάτων (Συμβολικού και Φιλοσοφικού) στην προσπάθεια πραγματοποίησης των στόχων του Τεκτονισμού όπως αποτυπώνεται στο Τρίπτυχο «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ – ΙΣΟΤΗΤΑ – ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ» που βρίσκεται στην προμετωπίδα κάθε Τεκτονικού Εργαστηρίου του Α&ΑΣΤ.
Οι στόχοι αυτοί, ακούγονται ουτοπικοί για μια κοινωνία σαν τη σημερινή όπου επικρατεί ο ατομικισμός, η απληστία και η προϊούσα ηθική απαξίωση. Όμως η προσπάθεια για την επίτευξή τους ανυψώνει το ήθος, χαλυβδώνει τον χαρακτήρα και εμπλουτίζει το πνεύμα ανοίγοντας δρόμους προς την προσέγγιση της αληθείας. Στην κατεύθυνση αυτή ο Τεκτονισμός δεν θέτει όρια. Η Μυητική του Βασική Διδασκαλία συμπληρώνεται με την Γνωστική και κάνει ορθολογική χρήση των επιτευγμάτων της Τέχνης και της Επιστήμης έτσι ώστε να αποκλείονται εκ των πραγμάτων στα Εργαστήρια του ο φανατισμός, οι προλήψεις και η μισαλλοδοξία.
Απόψε, επιλέξαμε να κάνουμε μια, τρόπον τινά, ξενάγηση στον θαυμαστό μας κόσμο, όπως τον βλέπουμε και όπως τον συμπεραίνουμε χωρίς να τον βλέπουμε, αναφερόμενοι στις διάφορες δοξασίες και τις θαυμαστές επιτεύξεις της Επιστήμης και με την χρήση της Μουσικής της Εικόνας και του Λόγου.
(α. Προβολή ταινίας, β. Προβολή του TimelineofBig-Bang)
Το προβαλλόμενο διάγραμμα δείχνει την χρονική ακολουθία της εξέλιξης του Σύμπαντος σύμφωνα με την θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης ή Big Bang. Η περίοδος πριν από την Μεγάλη Έκρηξη ονομάσθηκε από τον Ρώσο θεωρητικό φυσικό και κοσμολόγο George Gamov Αυγουστήνια περίοδος από τον άγιο Αυγουστίνο ο οποίος πρέσβευε πως ο χρόνος ήταν μια εκ Θεού ιδιότητα και πρίν από αυτήν δεν υπήρχε χρόνος οπότε, ο χρόνος έναρξης Δημιουργίας αρχίζει να μετράει από την Μεγάλη Εκρηξη του θεωρητικά γνωστού Σύμπαντος. Η θεωρητική Περίοδος Πλανκ, διάρκειας 10-43 s ( φαντασθείτε 0, ακολουθούμενο 42 μηδενικά με τελευταίο αριθμό το 1) είναι η στιγμή που η βαρύτητα αποχωρίσθηκε από την ηλεκτροπυρηνική δύναμη. Ακολούθησε η περίοδος της μεγάλης ενοποίησης (10-43 έως 10-36s) της ενοποίησης των 4 φυσικών δυνάμεων (Ηλεκτρομαγνητική, Ασθενής Πυρηνική, Ισχυρά πυρηνική και Βαρύτης) κ.ο.κ. σύμφωνα με το διάγραμμα μέχρι τα 100 εκατ. χρόνια όπου άρχισαν να λάμπουν οι πρώτοι αστέρες.
Η μέθοδος αναζήτησης της αληθείας ή ανευρέσεως του Φωτός όπως διατυπώνεται στο Τυπικό του Αo είναι πραγματικά θαυμαστή με την σαφήνεια, την πυκνότητα και την περιεκτικότητά της : Μελετώντες την Φύσην (Επιστήμη), Παρατηρούντες τα φαινόμενα (εμπειρία) κατερχόμενοι στο βάθος της Συνειδήσεως (εσωτερική γνώση και αναγνώριση) και ιδίως (προσέξετε αυτό το ιδίως) εναρμονίζοντας του εαυτούς μας με τον Παγκόσμιο Ρυθμό. Ποιος είναι αυτός ο Παγκόσμιος Ρυθμός; Μα όλα όσα υπάρχουν στη Φύση ή στους Κόσμους αν θέλετε, ορατά και αόρατα. Κάθε τι από όλα αυτά αντιστοιχεί σε κάποια συχνότητα. Και όλα υπακούον σε μια Παγκόσμια Συχνότητα ή Ρυθμό που θα τον ονόμαζα «Αναπνοή της Φύσης» ή κατά την Ινδουϊστική Φιλοσοφία «Αναπνοή του Βράχμα» ο οποίος εισπνέει και εκπνέει το Σύμπαν: Συμπύκνωση της ύλης (εισπνοή) εκτόνωσης της ύλης (εκπνοή).
Η παραπάνω διαδικασία στην κλίμακα του πολύ μικρού, των σωματιδίων της ύλης δομικών στοιχείων των κόσμων, αποδίδεται ωραία στα κινούμενα (animated) σχήματα του πολύ μικρού κατά την θεωρία της «Κυματικής Δομής της Ύλης» του Σύμπαντος.
Προβάλλεται η σελίδα της Κυματικής Δομής της Ύλης (WaveStructureofMatterWSM).
Από τους παραπάνω συσχετισμούς που ανέφερα και είδαμε στις προβολές προκύπτει και η αβεβαιότητα της ύπαρξης αυτού που ονομάζουμε χρόνο ο οποίος φαίνεται πως δεν ισχύει στα κοσμολογικά φαινόμενα και μεγέθη του πολύ μεγάλου και του πολύ μικρού. Η Επιστήμη έχει ήδη αποφανθεί ότι χρόνος δεν υπάρχει παρά ένα αιώνιο παρόν από φαινόμενα και μεταβολές. Ο χρόνος είναι μια ανθρώπινη εφεύρεση που βοηθάει τον άνθρωπο στις πρακτικές του εφαρμογές των φυσικών ιδιοτήτων της ύλης. Ο Einstein είχε καταστήσει σαφές ότι η Νευτώνια αντίληψη του χρόνου σαν ενιαίου και ομοιόμορφου συνεχούς δεν ισχύει για το σύνολο του φυσικού Σύμπαντος.
Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι στα πλαίσια της Αναζήτησης της Αληθείας, ο τέκτων πρέπει να επιδιώξει να έχει μια γενική και απλή αντίληψη των φυσικών φαινομένων και λειτουργιών ώστε να μπορεί να έχει ιδίαν αντίληψη και να μη υποκύπδτει σε a priori δοξασίες και αντιλήψεις πριν τις θέσει υπό το φώς της λογικής και της γνώσης του. Αυτή τη διαδικασία προβάλλει ο Τεκτονισμός σαν πρώτιστο καθήκον στα μέλη του. Αυτός είναι ο τραχύς και επίπονος δρόμος προς την Αλήθεια και το Φως.
ΥΜΤ